(αυτό το ριβιού έρχεται από μια τύπισσα που αγαπάει -ακόμα- τα φτηνά τσιγάρα)υπέφερα - είναι η δεύτερη φορά στη ζωή μου που θέλω να φύγω από το σινεμά αλλά δεν μαρέσει η αίσθηση του ανολοκλήρωτου - η ταινία αυτή θα μπορούσε άνετα να είναι ένα μεγάλου μήκους σποτ του ΕΟΤ -και αυτό το λέω με τον χειρότερο τρόπο που μπορεί κανείς να φανταστεί- με τη σκηνοθεσία και τα ψυχρά χρώματα να με ξενίζουν από την αρχή αλλά δυστυχώς δεν τελειώνει εδώ - θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο νυχτερινός εκφωνητής είναι -άτυπα- ένα παντελώς αχρείαστο και -όπως συμβαίνει συνήθως- κακό σίκουελ των φτηνών τσιγάρων και σε αυτήν τη σκέψη μπορεί εύκολα να οδηγηθεί κάποιος που τα έχει δει μιας και θα αναγνωρίσει μοτίβα που επαναλαμβάνονται αυτούσια από τον τρόπο της αφήγησης και τη μουσική ως τη χορογραφία και τη φρασεολογία - δε θα αναφερθώ τόσο στον χαραλαμπίδη γιατί η συμπρωταγωνίστριά του με ενόχλησε σε υπερθετικό βαθμό - είναι προφανές ότι το βοϊσόβερ δεν γινόταν από την κοπέλα που βλέπαμε -διαρκώς πλάτη- στην οθόνη -και κάθε βοϊσόβερ δηλαδή όπως για παράδειγμα η κοπέλα που τρέχει- πράγμα που με έκανε να αισθανθώ όπως όταν βλέπω ταινίες με ντάμπινγκ ενώ η φωνή της δεν ταίριαζε με την εικόνα και οι εκφράσεις της ήταν τόσο υπερβολικές ώστε μετά από λίγο γίνονταν ανυπόφορες - η απροκάλυπτη διαφήμιση του εν λευκώ -όπως θα συνέβαινε και με οποιαδήποτε διαφήμιση που γίνεται τόσο ξεδιάντροπα- με αηδίασε - ο ρένος χαραλαμπίδης γράφει τον εαυτό του για τον εαυτό του και δε θα τον κρίνω γι'αυτό αλλά είναι πια πολύ μεγάλος και δεξιός και η νοσταλγία που τόσο πολύ θέλει να κρατήσει με νύχια και με δόντια σαν πυρήνα της ύπαρξής του δεν δικαιολογείται από τις πεποιθήσεις και το τώρα του μιας και μόνο μερικά ψήγματά της έχουν ίσως απομείνει να του θυμίζουν την εποχή της κακής ποιότητας αρχείου στο οποίο μέχρι πρότινος μπορούσε κανείς να βρει και να παρακολουθήσει τα φτηνά τσιγάρα του











